Περί καταχρηστικής απόλυσης

Απόφαση Αρείου Πάγου 76/2010 (απόσπασμα):

" Επειδή η από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, Ι του Ν. 2112|1920 και 1 και 5 του Ν.3198|1955 προβλεπόμενη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα το εργοδότη και του μισθωτού, ασκείται δε οποτεδήποτε, εκτός εάν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. Πρέπει, δηλαδή, να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που τίθενται από το άρθρο αυτό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών, η καταγγελία της συμβάσεως είναι καταχρηστική, κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και, συνεπώς, άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), με συνέπεια, ο εργοδότης, να υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν τις υπηρεσίες του μισθωτού, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ. Το πότε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κρίνεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αυτή έγινε. Στην προκειμένη περίπτωση .....Η εναγομένη... προσέλαβε ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα... Προσέφερε δε τις υπηρεσίες του με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα, για πολλές ώρες ημερησίως, χωρίς να τηρεί συμβατικό ωράριο εργασίας, επιδιώκοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντοτε με τις εντολές και τις απαιτήσεις της εναγομένης. Κατά τον τρόπο αυτό εργάστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2004, οπότε παρουσίασε αιφνίδια, σοβαρό πρόβλημα υγείας και ειδικότερα στεφανιαία νόσο ενός αγγείου της καρδιάς, εξαιτίας της οποίας υποχρεώθηκε να υποβληθεί στις 15-2-2004, σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς, στο Νοσοκομείο .... Λόγω της χειρουργικής επέμβασης του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 14-5-2004.Μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας, ο ενάγων επέστρεψε αμέσως στην εργασία του, ασκώντας και πάλι με ευσυνειδησία τα καθήκοντα του, όπως έπραττε και όλα τα προηγούμενα έτη, μέχρι τότε. Τα όργανα όμως, της εναγομένης φοβούμενα ότι μετά την επελθούσα σοβαρή βλάβη της υγείας του και τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε δεν θα μπορούσαν πλέον να απαιτήσουν από τον ενάγοντα να απασχολείται με τους ίδιους εντατικούς ρυθμούς εργασίας, ούτε να έχει τόσες όπως πριν πολυποίκιλες υπευθυνότητες, κατήγγειλαν στις 9-6-2004 τη σύμβαση εργασίας του. καταβάλλοντος σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Σημειωτέον, ότι κατά το χρόνο αυτό ο ενάγων ήταν ηλικίας 52 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο. ... Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όχι για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την ανάγκη καλύτερης επιδίωξης του οικονομικού σκοπού της με την οργανωτική αναδιάρθρωση αυτής, ή λόγω της αρνητικής εξέλιξης των οικονομικών αποτελεσμάτων της, ούτε εξαιτίας της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος ή της μη προσήκουσας συμπεριφοράς αυτού, αλλά αποκλειστικά για την αιτία που προαναφέρθηκε, δηλαδή εξαιτίας της προκληθείσας βλάβης της υγείας του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συνθηκών, ήτοι των πολλών (26) ετών υπηρεσίας του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης, της αφοσίωσης και του ζήλου που επέδειξε στην εργασία του, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, των οικογενειακών του βαρών και της δυσκολίας εξεύρεσης άλλης ανάλογης εργασίας, ενόψει της ηλικίας του και της επιβάρυνσης της υγείας του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που έκρινε την επίδικη καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 Α.Κ. και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε διαφορετικά,, ορθά το νόμο εφήρμοσε και, συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. ".

Πηγή: Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, Τεύχος 1 Σεπτεμβρίου 2010