Περί επίσχεσης εργασίας

Αστικός Κώδικας άρθρο 325:

Άρθρο 325

Δικαίωμα επίσχεσης

"Αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής εωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δικαίωμα επίσχεσης)".


Απόφαση Αρείου Πάγου 1153/2009 (απόσπασμα και από το πολύ ενδιαφέρον ιστορικό):

"... Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη....

... Όμως ασκείται (η επίσχεση) καταχρηστικά και είναι παράνομη (άρθρο 281 Α.Κ.). Συγκεκριμένα, και κατ' αρχήν, οι αναιρεσείοντες εργάζονταν στην αναιρεσίβλητη επί πολλά έτη (για 33 ο πρώτος, 25 ο δεύτερος, 26 ο τρίτος και 30 ο τέταρτος), χωρίς μέχρι τον Οκτώβριο 2003 να υπάρχει καμία καθυστέρηση ή διαμαρτυρία τους στην πληρωμή των οποιονδήποτε αποδοχών τους από την εργοδοσία. Κάτι διαφορετικό δεν ισχυρίζονται και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες. Για πρώτη φορά, οι τελευταίοι, διαμαρτυρήθηκαν για διαφορές αναδρομικών 2002 και μικρές διαφορές δώρων εορτών και επιδόματος αδείας 2002, αλλά και επιδόματος αδείας 2003, μόλις τον Ιανουάριο 2004 στην Επιθεώρηση Εργασίας. Μέχρι τότε (Νοέμβριο 2003)η αναιρεσίβλητη είχε ικανοποιητικό κύκλο εργασιών άνω των 400.000 ευρώ, απασχολούσε πάνω από δέκα εργαζόμενους και δη τους πρώτους μήνες του έτους 2003 πάνω από 20 και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Κανένα παράπονο δεν είχε διατυπωθεί μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2003 από οποιονδήποτε εργαζόμενο. Μάλιστα η αναιρεσίβλητη είχε λάβει ειδική μέριμνα για τους εργαζομένους της αφού είχε ασφαλίσει αυτούς για τις περιπτώσεις σωματικών βλαβών και θανάτου στην εταιρία ..... και είχε χορηγήσει σ αυτούς κινητό τηλέφωνο για να χρησιμοποιούν σε εξωτερικές εργασίες τους, καλύπτοντας τους σχετικούς λογαριασμούς τους. Η ασθένεια, κατά τα παραπάνω, του γ1 (πατέρα του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης) το Νοέμβριο του έτους 2003 είχε επιπτώσεις στη λειτουργία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης. Η απουσία αυτού, ο οποίος ουσιαστικά, όντας ο ιδρυτής της, ήταν εκείνος που οργάνωνε την παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα της επιχειρήσεως άρχισε να δημιουργεί οικονομικά προβλήματα και δυσκολίες στην πληρωμή όλων των αποδοχών των εργαζομένων. Έτσι, για πρώτη φορά, καθυστερεί στην πληρωμή ημερομισθίων (για το έτος 2002 υπήρχαν μόνο μικρές διαφορές ως προς το ύψος του ημερομισθίου). Το Νοέμβριο 2003 καταβάλει στους αναιρεσείοντες (όπως και στους υπόλοιπους εργαζόμενους) μέρος (κατά τα παραπάνω) των οφειλόμενων, παρά τα όσα αυτοί αβάσιμα υποστηρίζουν στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη μήνυση ότι δεν τους καταβλήθηκε κανένα ημερομίσθιο του Νοεμβρίου 2003. Δεν τους καταβάλει τα ημερομίσθια Δεκεμβρίου 2003, αλλά σταδιακά καταβάλει στον καθένα τους (στις 12/12, 19/12 και 22/11/2003) 600 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2003. Δηλαδή, η αναιρεσίβλητη και κατά τους μήνες αυτούς, κατά τους οποίους από απρόβλεπτες περιστάσεις (εξαιτίας της ασθένειας του ως άνω γ1) αντιμετωπίζει πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία, προσπαθεί να καταβάλει στους εργαζομένους (και τους αναιρεσείοντες) μέρος των αποδοχών τους. Τον Ιανουάριο 2004 διαμαρτύρονται μεν οι αναιρεσείοντες για την καθυστέρηση στην πληρωμή των αποδοχών και διεκδικούν πλέον αυτές, πλην όμως μέχρι τις 30/1/2004 δεν αναφέρουν και δεν ενημερώνουν το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ότι πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους έτσι ώστε να δώσουν σε αυτή εύλογο χρόνο είτε να τακτοποιήσει την ως άνω οικονομική εκκρεμότητα, είτε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στη λειτουργία της επιχειρήσεώς της από τη μη παροχή εργασίας τεσσάρων (από τους συνολικά δέκα) εξειδικευμένων και έμπειρων εργατών της. Αιφνίδια, στις 30-1-2004, ασκούν επίσχεση εργασίας τους και από τότε παύουν να παρέχουν αυτή και μάλιστα, εκτός των άλλων και για τις αποδοχές του Ιανουαρίου 2004, δηλαδή για αξίωση μη ληξιπρόθεσμη, καθόσον κατά τα παραπάνω συμφωνήθηκε να καταβάλλονται οι αποδοχές (ημερομίσθια) στο τέλος κάθε μήνα ή για αόριστες οφειλές. Όλοι τους γνώριζαν τότε την ασθένεια του ως άνω γ1 και τα πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα της αναιρεσίβλητης. Μόνοι οι αναιρεσείοντες από όλους τους εργαζόμενους αρνούνται να εισπράξουν μέρος των δεδουλευμένων, να εξοφληθούν πλήρως σε εύλογο χρόνο και να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους, έτσι ώστε η αναιρεσίβλητη να μπορέσει να ανταποκριθεί στις παραγωγικές ανάγκες της, προς όφελος (με την αύξηση του κύκλου εργασιών της) και των αναιρεσειόντων. Η βούληση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει σε εύλογο χρόνο και τις καθυστερούμενες, ως άνω, αποδοχές των αναιρεσειόντων ήταν πραγματική, γιατί μέχρι τότε (και επί τόσα πολλά έτη) ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις και ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη απέναντι σε όλους. (Με την αιφνίδια, όμως, άρνηση των αναιρεσειόντων να παρέχουν την εργασία τους, η αναιρεσίβλητη δεν είχε πλέον στην επιχείρησή της τέσσερις εργαζόμενους της, οι οποίοι, ως εκ της ειδικότητάς τους και της εμπειρίας τους ήταν απαραίτητοι για την κατασκευή και εγκατάσταση λεβήτων και ηλιακών θερμοσιφώνων. Η αναιρεσίβλητη χωρίς την εργασία αυτών, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις παραγγελίες των πελατών της και να συνεχίσει την παραγωγική δραστηριότητά της, με αποτέλεσμα να περιορίσει τη δραστηριότητά της στο εμπορικό μόνο τομέα, να απωλέσει πελάτες ή να αναλαμβάνει πλέον μικρότερες παραγγελίες και να μη μπορέσει να εξοφλήσει πλήρως (από το Φεβρουάριο 2004, οπότε και ο ως άνω γ1 είχε και πάλι συμμετοχή στη λειτουργία της επιχειρήσεως) τους αναιρεσείοντες. Η εξόφληση των ως άνω ληξιπρόθεσμων αποδοχών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003 (για τις οποίες η δήλωση επισχέσεως ήταν, κατά τα παραπάνω, σαφής και ορισμένη) έγινε μέχρι το Μάϊο 2004. Μεγαλύτερη καθυστέρηση υπάρχει μόνο στην πλήρη εξόφληση των υπολοίπων απαιτήσεων των αναιρεσειόντων (ημερομισθίων Ιανουαρίου 2004, διαφορές ημερομισθίων 2002 και επιδόματος αδείας 2003), που επιδικάσθηκαν με την ως άνω υπ' αριθμ. 546/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών (που εκδόθηκε, μάλιστα, κατά αποδοχή των αιτούμενων αυτών ποσών από την αναιρεσίβλητη). ... Με όσα αναφέρθηκαν, συνεκτιμώντας τις όλες ως άνω ιδιαίτερες συνθήκες και δη ότι η εναγομένη επί πολλά έτη απασχολούσε τους αναιρεσείοντες καταβάλλοντας πάντοτε τις νόμιμες αποδοχές τους: α) η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του Νοεμβρίου (μέρους τους) και Δεκεμβρίου 2003 δεν ήταν χρονικά αξιόλογη, κατά το χρόνο ασκήσεως (30-1-2004) της επισχέσεως, β) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργοδότριας αλλά οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις και σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της, που δε της επέτρεψαν να είναι συνεπής στο σύνολο των υποχρεώσεών της προς τους εργαζόμενους (και των αναιρεσειόντων) και γ) η επίσχεση χωρίς να περάσει εύλογος (ως εκ των ειδικότερων, ως άνω, περιστάσεων) χρόνος από την καθυστέρηση και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, προκάλεσε δυσανάλογη ζημιά στην τελευταία, σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθόσον μάλιστα διόγκωσε τα οικονομικά προβλήματα της αναιρεσίβλητης και καθυστέρησε ακόμη περισσότερο την πλήρη εξόφληση όλων εν γένει των ληξιπρόθεσμων (και όχι μόνο του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003) απαιτήσεων των αναιρεσειόντων όταν επιπλέον η αναιρεσίβλητη με συνεχείς (μετά τις 30-1-2004) δηλώσεις της καλούσε τους να εισπράξουν μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών και να προσέλθουν στην εργασία τους. Μετά απ' αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η άσκηση της επισχέσεως εργασίας, ως προς τις ως άνω ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, είναι καταχρηστική, δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ.). Γι' αυτό ασκήθηκε παράνομα, η αναιρεσίβλητη δεν έγινε υπερήμερη και δεν οφείλει στους αναιρεσείοντες μισθούς υπερημερίας ή τα επιπλέον αιτούμενα ποσά (άδειας και επιδόματος αδείας 2004 και δώρων εορτών 2004), τα οποία συνδέονται με την παροχή εργασίας από τους αναιρεσείοντες ή την υπερημερία της αναιρεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας τους. Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς ή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω του δυσμερμηνεύτου των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.)."

ΣτΕ 697/2010 (απόσπασμα):
"... 3. Επειδή, ο κανόνας που τίθεται με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του αν.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), ότι δηλαδή ημέρες εργασίας υπαγόμενες στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. θεωρούνται και οι ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, αμοιβή αν και δεν εργάζεται, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία θεσπίζεται από τον νόμο υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αμοιβής του εργαζομένου, χωρίς ο τελευταίος να παρέχει την εργασία του. Τέτοια είναι και η κατά τα άρθρα 325 και 656 του Αστικού Κώδικα περίπτωση αποχής του εργαζομένου από την εργασία του λόγω παραβάσεως από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για έγκαιρη καταβολή του οφειλόμενου μισθού και, συνεπεία τούτου, ασκήσεως από τον εργαζόμενο του δικαιώματος επισχέσεως, με συνέπεια να καθίσταται στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας. Επομένως, εφ’ όσον κατά τον χρόνο της επισχέσεως παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργός και η ασφαλιστική σχέση του εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α. Δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός της μη πραγματικής απασχολήσεως του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων που θα απολάμβανε αν είχε εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση εργασίας. Αν, ειδικότερα, ο εργαζόμενος απασχολείται με ειδικότητα η οποία έχει υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 της 101960/Ι. 653/16.12.1963 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (Β΄ 567), το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με την παράγραφο 2 της 63611/Ι.519/26.7.1966 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (Β΄559), οι ειδικές περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων διατάξεις εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή, θεωρείται, δηλαδή, ο χρόνος της επισχέσεως εργασίας ως χρόνος απασχολήσεως στα ανωτέρω επαγγέλματα. Τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του αν.ν. 1846/1951, όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1902/1990 (Α΄138) - με την οποία τίθεται ανώτατο όριο στον χρόνο της οφειλόμενης σε κανονική άδεια ή ασθένεια αποχής του εργαζομένου από την εργασία του και ορίζεται ότι ο χρόνος αυτός λογίζεται ως χρόνος διανυθείς στην ασφάλιση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων - διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε περιπτώσεις αδυναμίας παροχής εργασίας που οφείλεται στον ίδιο τον εργαζόμενο (κανονική άδεια, ασθένεια) και όχι σε περιπτώσεις, όπως αυτή της επισχέσεως εργασίας, στις οποίες ο εργαζόμενος εμποδίζεται να παρέχει την εργασία του για λόγους που αφορούν τον εργοδότη. (ΣτΕ 2987-8/2009 7μ.)..."

ΣτΕ 3864/2009 (απόσπασμα):

"... Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 2, τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα συνεχίζουν την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και κατά την διάρκεια του χρόνου κατά τον οποίο δικαιωματικώς ή για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους δεν προσφέρουν εξαρτημένη εργασία, πλην λαμβάνουν εν όλω ή εν μέρει τις αποδοχές τους από τον εργοδότη (άδεια, στράτευση). Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 8 του ως άνω α.ν., ως ημέρες εργασίας νοούνται οι ημέρες κατά τις οποίες οι ασφαλισμένοι από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. δικαιούνται αμοιβή, σε χρήμα ή σε είδος, για εργασία που παρέχεται κατά τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 2 ή οι ημέρες κατά τις οποίες δικαιούνται, κατά την κείμενη νομοθεσία, αμοιβή χωρίς πραγματική παροχή υπηρεσιών (στράτευση, άδεια).
... Με τον Κανονισμό αυτόν καθορίζεται, πλην του χρόνου απασχολήσεως στα επαγγέλματα αυτά και κάθε σχετικό με τη συνταξιοδότηση αυτή ζήτημα ... Ως χρόνος απασχόλησης στα πιο πάνω επαγγέλματα, τόσο για τον υπολογισμό των εισφορών, όσο και για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου β`λαμβάνεται υπόψη και η αποχή από την εργασία, που οφείλεται σε κανονική άδεια ή ασθένεια, και μέχρι ένα μήνα για κάθε περίπτωση (άδεια, ασθένεια) κατά ανώτατο όριο τον χρόνο, των απασχολουμένων στα επαγγέλματα αυτά και κατά την οποία συνεχίζεται η εργασιακή σχέση και η υπαγωγή στην ασφάλιση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις....

... Επειδή, ο κανόνας που τίθεται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του α.ν. 1846/1951, ότι δηλαδή ημέρες εργασίας υπαγόμενες στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. θεωρούνται και οι ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, αμοιβή αν και δεν εργάζεται, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία
θεσπίζεται από τον νόμο υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αμοιβής του εργαζόμενου, χωρίς ο τελευταίος να παρέχει την εργασία του (πρβ. Σ.τ.Ε. 4445/1998, 4449/1995 κ.ά.). Τέτοια είναι και η κατά τα άρθρα 325 και 656 του Αστικού Κώδικα περίπτωση αποχής του εργαζομένου από την εργασία του λόγω παραβάσεως από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για έγκαιρη καταβολή του
οφειλόμενου μισθού και, συνεπεία τούτου, ασκήσεως από τον εργαζόμενο του δικαιώματος επισχέσεως, με συνέπεια να καθίσταται στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας. Επομένως, εφ` όσον κατά τον χρόνο της επισχέσεως παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργός και η ασφαλιστική σχέση του
εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α., δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός της μη πραγματικής απασχολήσεως του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων που θα απολάμβανε αν είχε εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση εργασίας. ...