- Διευθυντές, διευθύνοντες υπάλληλοι, πρόσωπα εμπιστοσύνης

Χαρακτηριστικό των μεγάλων κυρίως επιχειρήσεων είναι οι πολυάριθμες εσωτερικές διακλαδώσεις σε τομείς και τμήματα των οποίων προΐστανται πρόσωπα ανώτερων ιεραρχικά επιπέδων. Τα πρόσωπα αυτά στερούνται συχνά των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας εξαιτίας της λανθασμένης αντίληψης ότι οι τίτλοι “manager”, “director”, προϊστάμενος τμήματος/τομέα κ.λ.π. ταυτίζονται αδιακρίτως με τις έννοιες «πρόσωπο διεύθυνσης» ή «πρόσωπο εμπιστοσύνης», που αποτελούν νομικές έννοιες.

Οι «διευθύνοντες υπάλληλοι» (υπό νομική έννοια) πράγματι εξαιρούνται ορισμένων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας (προσαυξήσεως για υπερωριακή εργασία, άδειες κ.λ.π.), που είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των ιδιαίτερων συμβατικών τους υποχρεώσεων. Επειδή θεωρούνται ιδιαίτεροι συνεργάτες του εργοδότη δεν απολαμβάνουν της ίδιας προστασίας με τους λοιπούς μισθωτοί, εφόσον λόγω του σχετικά μικρού αριθμού τους, της σημασίας τους για την επιχείρηση, της πείρας και των γνώσεών τους, βρίσκονται απέναντί του σε πλεονεκτικότερη «μοίρα» από ότι οι υπόλοιποι υπάλληλοι και μπορούν να υπερασπίζονται καλύτερα τα δικαιώματά τους.

Ο όρος «διευθύνων υπάλληλος» δεν προσδιορίζεται από την ελληνική νομοθεσία, προκύπτει ωστόσο εμμέσως από τη Διεθνή Σύμβαση της Ουάσιγκτον, η δε νομολογία έχει συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό ερμηνευτικά για τον εντοπισμό των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη για το χαρακτηρισμό ενός υπαλλήλου ως τέτοιου.

Έτσι, «διευθύνοντες υπάλληλοι» θεωρούνται οι υπάλληλοι μεγάλων συνήθως επιχειρήσεων στους οποίους λόγω των εξαιρετικών προσόντων τους και της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτούς, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της όλης επιχειρήσεως, ή σημαντικού τομέα αυτής και της εποπτείας του προσωπικού κατά τρόπο ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης. Επιπλέον αναφέρεται (αν και λιγότερο καθοριστικό), το κριτήριο της παραχώρησης στον διευθύνοντα υπάλληλο εξουσιών εκπροσώπησης του εργοδότη σε τρίτους καθώς και το κριτήριο της απουσίας ελέγχου ως προς την τήρηση ωραρίου εργασίας.

Ως αρμοδιότητες που χαρακτηρίζουν τους μισθωτούς με την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου θεωρούνται εκείνες που ασκούνται μόνο από τους επικεφαλής των κύριων κλάδων της πρώτης διακλάδωσης της επιχείρησης, ενώ σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις θεωρούνται ως πρόσωπα εμπιστοσύνης και εκείνοι που προΐστανται της δεύτερης διακλάδωσης όταν έτσι χωρίζονται ουσιαστικά τομείς δραστηριότητας.

Τα πρόσωπα αυτά διακρίνονται από τους υπόλοιπους υπαλλήλους, διότι ουσιαστικά ασκούν εργοδοτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσληψης- απόλυσης προσωπικού, έναντι του οποίου υπέχουν θέση εργοδότη (χαρακτηριστικό που βεβαίως δεν πρέπει να συνδέεται με τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων του τμήματος προσωπικού που μολονότι προβαίνουν σε προσλήψεις και απολύσεις, εντούτοις δεν ενεργούν ιδία βούληση), διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται συχνά ποινικές ευθύνες για την τήρηση των υπέρ των μισθωτών διατάξεων, οι αποδοχές τους δε υπερβαίνουν κατά πολύ αυτές των λοιπών συναδέλφων τους. Η έννοια της διευθυντικής θέσεως προσδιορίζεται και από την ιδιάζουσα σχέση του υπαλλήλου αυτού τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους. Βεβαίως ούτε η απλή ιδιαιτερότητα της σχέσεως υπαλλήλου και επιχείρησης αρκεί, εάν δεν αντικατοπτρίζεται και στην εικόνα του ως προς τους υπολοίπους συναδέλφους του, ούτε η διάκριση του υπαλλήλου από τους άλλους μισθωτούς αρκεί εάν δεν επηρεάζεται από τη δραστηριότητά του η κατεύθυνση ή η εξέλιξη της επιχείρησης λόγω άσκησης ουσιαστικών καθηκόντων διεύθυνσης.

Τα ανωτέρω κριτήρια και η προσπάθεια συνοπτικής περιγραφής του όρου «διευθύνων υπάλληλος» αποτελούν μόνο ενδεικτικές επισημάνσεις, εφόσον μόνο de facto μπορεί να εκτιμηθεί αν ένας υπάλληλος διαθέτει χαρακτηριστικά ικανά να τον ανάγουν σε διευθύνοντα. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμη η αποφυγή αυθαίρετων εκτιμήσεων και η εξαίρεση υπαλλήλων από την εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, απλώς και μόνο λόγω του τίτλου που κατέχουν.